σαλευτος

    σαλευτός
    σᾰλευτός
    3
    [adj. verb. к σαλεύω См. σαλευω] качающийся, шатающийся
    

(γυῖα Anth.)


Древнегреческо-русский словарь - М.: ГИИНС. . 1958.

Смотреть что такое "σαλευτος" в других словарях:

  • σαλευτός — ή, όν, Α [σαλεύω] αυτός που κινείται πάνω κάτω, αυτός που σαλεύει …   Dictionary of Greek

  • σαλευτά — σαλευτός tottering neut nom/voc/acc pl σαλευτά̱ , σαλευτός tottering fem nom/voc/acc dual σαλευτά̱ , σαλευτός tottering fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαλευτόν — σαλευτός tottering masc acc sg σαλευτός tottering neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαλευτούς — σαλευτός tottering masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πολυσαλεύτως — Α επίρρ. (σχετικά με την καρδιά) με πολλούς παλμούς. [ΕΤΥΜΟΛ. < πολυ * + σαλευτός + επιρρμ. κατάλ. ως] …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.